Ο Γιώργος Δράμαλης είχε την τύχη να ξεκινήσει την καριέρα του τα τελευταία χρόνια της καλής εποχής του μπουζουκιού. Ήταν βράδυ όταν γύριζα από τη συνάντηση μαζί του, γεμάτος εικόνες και ήχους. Ξεδιπλώνοντας τις μνήμες του, είχα βρεθεί μαζί του στην εποχή που το όργανο ήταν η πραγματική αντανάκλαση της ψυχής. Γεννήθηκε το 1958 στη Βαλμάδα Θεσσαλονίκης. Σε ηλικία 6-7 χρονών ακούει, για πρώτη φορά από κάποιον στο χωριό του, τον ήχο του μπουζουκιού και μαγεύεται. Οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας του όμως, ήταν περιορισμένες και δεν μπορούσε να αποκτήσει δικό του όργανο. Προσπαθεί να παίξει με μια σκούπα στην αρχή, και με ένα αυτοσχέδιο μπουζούκι αργότερα. Μετά από καιρό του αγοράζει ο πατέρας του ένα μπουζούκι και αρχίζει να "γεννιέται" ο μελλοντικός δεξιοτέχνης Γιώργος Δράμαλης. (δείτε το βίντεο στο τέλος)
«Ήμουν 13 χρονών όταν δούλεψα για πρώτη φορά σε ένα μαγαζί στην Κατερίνη. Έβγαινα κάποια στιγμή στο πρόγραμμα και έπαιζα σόλο, άλλα ένα βράδυ ήρθε η αστυνομία και με σταμάτησε γιατί ήμουν μικρός. Την άλλη μέρα το αφεντικό μου αγόρασε ένα κουστούμι, για να φαίνομαι μεγαλύτερος. Όταν ξαναπέρασε η αστυνομία του λέει: "Αυτός μάλιστα, είναι μεγαλύτερος"». Σιγά - σιγά αρχίζει να δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης (Φαρίντα, Αριγκάτο) και εκεί γνωρίζει το Σάββα: «Ο Σάββας ήταν ο μοναδικός που μου έδειξε κάποια πράγματα στο μπουζούκι. Ήταν πολύ σπουδαίος εκτελεστής, παίχτης με νόημα και ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. Σε ηλικία 17 χρονών που αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα, ο Σάββας μου είπε να βρω τον Γιάννη Παλαιολόγου. Στην Αθήνα είχα ένα φίλο, τον Σάκη Τσιβγούλη, που δούλευε στο ίδιο μαγαζί με τον Παλαιολόγου και ένα βράδυ πήγα μαζί του για να μου τον γνωρίσει. Κάθισα λοιπόν σε μια καρέκλα, με την πλάτη στον τοίχο και περίμενα να τον ακούσω να παίζει. Αυτό που άκουσα εκείνο το βράδυ, δεν το είχα ξανακούσει από άλλον μπουζουξή. Το παίξιμό του και ο ήχος του μπουζουκιού του, ένιωσα να με πιέζουν στο στήθος και να με κολλάνε στον τοίχο. Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία μαζί του. Η αφετηρία της φιλίας μας ήταν λίγο αργότερα, όταν πήγα στο οργανοποιείο του Θανάση Τρούφα, στο Αιγάλεω, και τον συνάντησα εκεί. Εκείνος δε με θυμότανε, γιατί τον πλησίαζαν πολλά παιδιά για να τον γνωρίσουν, αλλά με άκουσε να σκαλίζω το μπουζούκι και μου είπε: «παίξε ρε πιτσιρικά να σε ακούσω». Εγώ ντρεπόμουνα, πώς να παίξω μπροστά του; Τέλος πάντων, έπαιξα λίγο. «Ωραία παίζεις ρε πιτσιρικά», μου είπε. Αυτή ήταν η πραγματική μας γνωριμία και σιγά - σιγά αναπτύχθηκε μια βαθιά και μακρόχρονη φιλία». Τον πρώτο καιρό στη Αθήνα ξεκινάει την επαγγελματική του σταδιοδρομία από τα μαγαζιά στην περιοχή της Πλάκας: «Δούλεψα εκεί για ένα διάστημα, ώσπου ένα βράδυ με πήρε μαζί του ο Μπάμπης Μπακάλης και με πήγε στην Εθνική Οδό. Εκεί ήταν τα καλύτερα μαγαζιά. Σταματήσαμε έξω από το Ένατο και μπήκε μέσα ο Μπάμπης να ρωτήσει αν χρειάζονται κανένα μπουζουξή. Τότε έτσι κλεινόντουσαν οι δουλειές. Πράγματι χρειαζόντουσαν ένα δεύτερο μπουζούκι και την άλλη μέρα πήγα με το μηχάνημά μου για πρόβα. Στο μαγαζί τραγουδούσε ο Γιώργος Χατζηαντωνίου. Μετά από λίγο καιρό ήρθε στο Ένατο ο Δημήτρης Βύζας μαζί με τον Κώστα Σταματάκη, τον ακορντεονίστα και με ξεμυάλισαν να φύγω από το μαγαζί και να πάω μαζί τους με τον Πάνο Γαβαλά. Έτσι λοιπόν δούλεψα με τον Γαβαλά για 4 χρόνια. Μετά το στρατό δούλεψα με τη Ρίτα Σακελλαρίου, την Τζένη Βάνου, την Πίτσα Παπαδοπούλου, τη Μαίρη Λίντα στο Καρουσάκη, στα Δειλινά πάλι με τη Σακελλαρίου, τον Τσιτσάνη (τότε παίζαμε μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο), στο Can Can με τον Πανταζή, όπου ήρθε εκεί ο Μανώλης Αγγελόπουλος και ζήτησε από τον Γιγουρτάκη, τον λεγόμενο Μουστάκια, να μείνω στο μαγαζί και να δουλέψω μαζί του. Μετά τη συνεργασία μου με τον Αγγελόπουλο, ήρθε στο Can Can o Αντύπας. Με τον Αντύπα ήμασταν φίλοι από παλιά. Τον είχα γνωρίσει στη Θεσσαλονίκη, στο Αριγκάτο, που ήταν ακόμα «μικρός» τραγουδιστής, μαζί με τον Κοντολάζο. Αυτή η συνεργασία μου ήταν σταθμός στην καριέρα μου. Δουλέψαμε μαζί 13 - 14 χρόνια». Μέσα σ' όλα αυτά τα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, το δισκογραφικό ενεργητικό του Γιώργου Δράμαλη είναι πολύ μεγάλο: «Έχω παίξει σε πολλούς δίσκους που ούτε τους θυμάμαι. Ο άνθρωπος όμως που με βοήθησε πολύ στα πρώτα μου βήματα στη δισκογραφία είναι ο Δημήτρης Βύζας. Έχουμε παίξει σε πολλούς δίσκους μαζί. Ήμασταν φίλοι από τη τη Θεσσαλονίκη και στάθηκε δίπλα μου τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Αθήνα». Ανάμεσα στους δίσκους που έχει παίξει, θεωρεί πιο σημαντικούς το Ότι δεν είπα και το Αφιέρωμα που τους τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης: «Θυμάμαι όταν πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης Παλαιολόγου και μου είπε να παίξουμε μαζί. Ήταν πολύ μεγάλη στιγμή για μένα να παίξω μαζί με τον Γιάννη, σε δίσκους που θα τραγουδούσε ο Στέλιος. Παίξαμε παλιά τραγούδια που τα φτιάξαμε όπως νιώθαμε καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς, ο Γιάννης πάντα έχει κάτι να προτείνει και να παίξει, που θα σε ενθουσιάσει. Είναι μεγάλος και σαν εκτελεστής και σαν μυαλό. Ενώ κανένας δεν μου έδειξε μπουζούκι πέρα από το Σάββα, θεωρώ νοερά ότι δάσκαλός μου είναι ο Γιάννης Παλαιολόγου. Έμαθα να παίζω πάνω στα ακούσματα που είχα απ' αυτόν. Μου άρεσε το παίξιμο στους δίσκους που άκουγα όταν ήμουν μικρός, χωρίς να ξέρω ότι παίζει αυτός. Το μόνο που έχω να πω γι' αυτόν τον άνθρωπο είναι ότι σε όλα του είναι "μεγάλος"». Στις μέρες μας ο Δράμαλης πιστεύει, ότι το μπουζούκι έχει χάσει την ταυτότητά του: «Οι εποχές αλλάζουνε, οι ψυχές αλλάζουνε, ο ήχος αλλοιώθηκε. 'Όταν ξεκίνησα, το μπουζούκι είχε άλλη μυρωδιά. Παλιά όταν έπαιζες μπουζούκι είχες μεγάλη ευθύνη. Δεν ήταν εύκολο να παίξεις σε ένα μαγαζί, να συνοδέψεις έναν τραγουδιστή. Τώρα και να μην παίξεις κάτι, δεν τρέχει τίποτα. Σήμερα το μπουζούκι έχει περάσει σε τρίτη μοίρα. Έχει χάσει τον καθαρό και μεστό ήχο του. Στα καινούργια τραγούδια υπάρχει μόνο σε ζεϊμπέκικα και χασάπικα κι εκεί πάλι ασφυκτικά, πνίγεται από τα άλλα όργανα. Αν ήμουν τώρα πιτσιρικάς και άκουγα τον σημερινό ήχο του μπουζουκιού δεν θα με τραβούσε τίποτα σε αυτό. Δεν θα ήθελα να μάθω μπουζούκι. Σήμερα είναι τεχνητά τα πράγματα, χωρίς ψυχή. Δεν φταίνε οι παίχτες. Φταίει η εποχή. Τί βιώματα μπορεί να έχει κάποιος σήμερα για να παίξει μπουζούκι; Άμα κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ότι όσο λαϊκός είναι ο κόσμος σήμερα, τόσο λαϊκό είναι και το τραγούδι. Η σημερινή μουσική είναι μπασταρδεμένη, το μπουζούκι εξαφανίζεται. Θέλει συλλογική προσπάθεια και αγώνα, για να μας δώσουν λίγο χώρο να υπάρχουμε, για να υπάρχει και μπουζούκι. Όποιος βρει μια δουλειά βολεύεται, γιατί από πίσω του περιμένουν κι άλλοι και αν κουνηθεί θα χάσει τη θέση του. Όλοι παραπονιούνται γι' αυτή την κατάσταση, χωρίς κανένας να κάνει τίποτα. Μόνο όλοι μαζί μπορεί να καταφέρουμε κάτι γι' αυτό το όργανο, αν πραγματικά το αγαπάμε. Είναι χαρακτηριστικό επίσης πως όταν ένας παίχτης γίνεται 50 χρονών, δεν έχει θέση στο μουσικό χώρο. Υπάρχουν «κολοσσοί» που κάθονται σπίτι τους και δεν τους παίρνει κανείς τηλέφωνο, ούτε για να δει τι κάνουν. Μπορεί να τους παρουσιάσουν μετά τα εξήντα τους, ως μουσειακό είδος. Αυτούς τους ανθρώπους όμως τους χρειαζόμαστε. Πρέπει κάπου να παίζουν για να μπορέσει κανείς να ακούσει πέντε ωραία πράγματα. Όχι μόνο γι' αυτούς που ξέρουν τη λαϊκή μουσική, αλλά περισσότερο γι' αυτούς που δεν την ξέρουν και πρέπει να γνωρίσουν πώς πραγματικά είναι». Ο Γιώργος Δράμαλης έχει δουλέψει στα μεγαλύτερα μαγαζιά και έχει ζήσει πολλές στιγμές καταξίωσης. Πιστεύει όμως ότι δεν έχει παίξει όλα αυτά που τον εκφράζουν: «Το όνειρό μου είναι να παίξω κάποια στιγμή, σε μικρότερα μαγαζιά και με μικρότερο μεροκάματο, μπουζούκι με μικρόφωνο. Να παίξω στο μπουζούκι πράγματα που τα έχω στερηθεί τόσα χρόνια. Όλη μέρα κάθομαι εδώ, ανάμεσα στα μπουζούκια μου. Εδώ βγαίνει ο πραγματικός μου εαυτός. Μέσα σ' αυτό το δωμάτιο, έχουν ακουστεί «περίεργες» νότες, που μερικές φορές δεν το πιστεύω και ο ίδιος. Είμαι μόνος μου. Δεν μου λέει κανείς τι να παίξω και πώς να το παίξω. Εδώ μέσα τα βγάζω όλα. Συνήθως παίζεις πράγματα που δεν τα θέλεις, δεν είναι ο εαυτός σου. Μόνο όταν βρεθείς στο χώρο σου ξεσπάς. Η ψυχή του παίχτη βγαίνει μόνο στις προσωπικές στιγμές. Αν μπορούσε να άκουγε κανείς τι παίζει ένας παίκτης μόνος του, τότε θα καταλάβαινε τι εννοώ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου